fbpixel

Search icon
Search
Ο Nίκος Αλιάγας, ο cover star του 200ού GLOW, κάνει μία ενδοσκοπική εξομολόγηση σε μία σπάνια συνέντευξη
MAGAZINE

Ο Nίκος Αλιάγας, ο cover star του 200ού GLOW, κάνει μία ενδοσκοπική εξομολόγηση σε μία σπάνια συνέντευξη

Μία πολυδιάστατη προσωπικότητα που γνωρίζει καλά την τέχνη της συζήτησης...


Ας μη μείνουμε στα προφανή, την καριέρα εκτός συνόρων και την αναγνωρισιμότητά του ως δημοσιογράφου, παρουσιαστή και φωτογράφου. Σήμερα, τον ακολουθούμε σε μία μετάβαση στα πιο μύχια διαμερίσματα της σκέψης του, τα οποία, ωστόσο, είναι πλημμυρισμένα από φως, οδηγώντας τον σε μία πολύτιμη ψυχική κατάσταση γαλήνης, συνειδητής ολοκλήρωσης και πληρότητας. «Αν έχεις κατανοήσει τι σημαίνει “εμπειρία” στη ζωή, φτάνεις στα 55 ευθυγραμμισμένος. Κοιτάς πίσω σου και απ’ ό,τι έχεις κάνει προσπαθείς να κρατήσεις την ουσία». Κάπου εκεί στα 55 σου χρόνια ξέρεις πλέον να παίρνεις σωστά τις στροφές, γνωρίζεις ή μαντεύεις τι υπάρχει από την άλλη πλευρά του δρόμου, οι ολάνθιστες πλαγιές και τα καμένα δάση της ζωής σου έχουν γίνει μάθημα και οδηγός, ενώ ο χρόνος είναι δάσκαλος και σύμμαχος, αρκεί να έκανες τις εργασίες που σου έβαλε και όχι σκασιαρχείο από το σχολείο του. 

Σε μία γνώριμη για πολλούς από εμάς στροφή, λοιπόν, συναντάμε τον Νίκο Αλιάγα, γαλήνιο, ήσυχο, ευτυχισμένο και συμφιλιωμένο με τα κεφάλαια της φήμης, της δόξας, της διασημότητας, τα οποία τα διάβασε μεν, αλλά τα έκλεισε σε μια εγκυκλοπαίδεια από εκείνες που στόλιζαν τα πατρικά μας σπίτια κι από τότε δεν την ξανάνοιξε. Ό,τι ακολουθεί είναι μια ενδοσκοπική εξομολόγηση μάλλον, παρά μία συνέντευξη, λίγες μάλιστα ημέρες πριν βρεθεί στην Αρχαία Ολυμπία ως παρουσιαστής της Τελετής Αφής της Φλόγας, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων στο Παρίσι. 

Εξάλλου, ο Νίκος Αλιάγας δε δίνει πλέον συνεντεύξεις, γνωρίζει όμως καλά την τέχνη της συζήτησης.

Η σύνδεση με τον βαθύτερο εαυτό μας

06022024-70a7964-avec-accentuation-bruit.jpg

«Ο σημαντικός συγγραφέας του 19ου αιώνα, Βίκτορ Ουγκώ, έλεγε πως “μπορεί τα 40 να είναι τα γηρατειά της νιότης, αλλά τα 50 είναι τα νιάτα των γηρατειών”. Αν έχεις κατανοήσει τι σημαίνει “εμπειρία” στη ζωή, φτάνεις στα 55 ευθυγραμμισμένος. Κοιτάς πίσω σου και, απ’ ό,τι έχεις κάνει, προσπαθείς να κρατήσεις την ουσία. Προχωράς μπροστά χωρίς την αδηφάγο σκέψη ότι θέλεις να κατακτήσεις τα πάντα. Φτάνεις στην ηλικία που πλέον αποδέχεσαι, καθώς μετά τα 50 δεν κερδίζεις τίποτα, το ταξίδι, όπως λέει και ο Καβάφης, είναι πιο σημαντικό απ’ τον προορισμό. Έκανα πολλά πράγματα, αλλά δε σημαίνει ότι μου ανήκουν. Ούτε τα βιβλία, ούτε οι εκπομπές. Ανήκουν όλα στο παρελθόν. Στο ξεκίνημα, θέλουμε να είμαστε όλοι μας στο κάδρο, εκεί όπου συμβαίνουν τα πράγματα, να ολοκληρωθούμε μέσα σε αυτά. Είμαστε wannabes. Με τα χρόνια συνειδητοποιείς ότι, ουσιαστικά, ο εαυτός σου θέλεις να είσαι. Εργάζομαι 37 χρόνια σε αυτόν το χώρο και θυμάμαι καλά ότι στην αρχή θέλεις να γίνεις κάποιος. Με τα χρόνια γίνεσαι αυτός ο κάποιος, αλλά το σημαντικό είναι να γίνεις εσύ. Αυτό που λέει ο Πίνδαρος, “γίνε αυτός που είσαι” και που πολλές φορές δεν το ξέρεις. Συνειδητοποιείς πως ούτε ο τάδε, ούτε ο κάποιος είναι σημαντικά. Ο εσωτερικός σου κόσμος είναι ο σημαντικός. Συνδέθηκες με τον εαυτό σου κάποια στιγμή; Κατάλαβες πώς όσα τρόπαια κι αν σήκωσες, δε μένει τίποτα στο τέλος, εάν δεν καταλάβεις ποιος είσαι;»

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι αυτό το εσωτερικό ταξίδι σύνδεσης με τον βαθύτερο εαυτό μας, οδηγεί σε μονοπάτια γνώριμα, σε μορφές αγαπημένες, στο παιδί που κρύβουμε μέσα μας και καλό θα ήταν να μην το αφήσουμε να σκεπαστεί από την πηχτή σκόνη του χρόνου και την καταχνιά της ματαιοδοξίας.

«Ό,τι κι αν είσαι, απλά συνδέσου, και συνήθως αυτή η σύνδεση με το μέσα σου, σε φέρνει πίσω στα παιδικά σου χρόνια. Εάν θέλεις να παίξεις με τη ζωή -γιατί ένα παιχνίδι είναι όλη η ιστορία-, μην ξεχνάς να είσαι το παιδί που ονειρευόταν, γιατί σε αυτό έχεις να δώσεις εξηγήσεις. Και όταν κάνεις παιδιά, στο θυμίζει το βλέμμα τους. Ένα παιδί σε κοιτάζει, κάθε μέρα, με τέτοιο τρόπο που στην ουσία σε βάζει απέναντι στον καθρέφτη σου. Κι εκεί σκέφτεσαι - όσο θεωρητικό κι αν φαίνεται: “Συνδέομαι ακόμη με το παιδί;” Την ώρα που μετράει αντίστροφα το ρολόι για να βγεις live στην τηλεόραση, έχεις ακόμη το χτυποκάρδι του παιδιού; Νιώθεις, εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα αστέρια στα μάτια και το βλέμμα σου, σαν παιδί που το ζει για πρώτη φορά, που δεν ξέρει πού πάει αλλά μέσα του έχει φτερά να ξεδιπλώσει για να πετάξει; Εκεί, λοιπόν, δεν σε ενδιαφέρει αν είσαι 55 ή 70 ετών.

Κάθε πρωί πηγαίνω σε μία πισίνα κοντά στο σπίτι και κολυμπάω για μία ώρα. Δίπλα μου είναι ένας κύριος 79 ετών που μοιάζει πολύ νεότερος και κάνει καλύτερο χρόνο από μένα. Δεν υπήρξε αθλητής, απλά βλέπει την κάθε μέρα σαν να είναι η πρώτη, με τα μάτια γεμάτα από το φως και τις υποσχέσεις που μπορεί να σου δώσει η ζωή όταν ξεκινά. Αν το χάσεις αυτό το φως, αρχίζεις να προβληματίζεσαι και να πονάς και γίνονται όλα οδυνηρά δυστυχώς».

Το «εγώ» στη διάθεση των άλλων

06022024-70a8299-avec-accentuation-bruit.jpg

Είναι λογικό να αναρωτηθεί κανείς εάν αυτό το εσωτερικό παιδί του Νίκου Αλιάγα κινδύνεψε να «τυφλωθεί» και να κρυφτεί κάτω από το αδυσώπητα σκληρό φως των προβολέων που συνεχίζουν να είναι στραμμένοι επάνω του, χαρίζοντας επιβεβαίωση και απομυζώντας το αίσθημα της αθωότητας.

«Το παιδί δεν ξέρει, αλλά διαισθάνεται. Εάν παραλείψεις στην πορεία να μετουσιώσεις την υπόσταση του παιδιού σε κάτι πιο γήινο -αλλά χωρίς να γίνεις κυνικός- δεν θα καταλάβεις την ουσία των πραγμάτων. Στην αρχή, ο ενθουσιασμός καλύπτει την ουσία, γιατί θέλεις να αποδείξεις και να υποδείξεις, να φορέσεις έναν μανδύα στα μέτρα σου. Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι, ναι μεν, η εμπειρία είναι διαβατήριο, αλλά δε δίνει όλες τις απαντήσεις. Το κλειδί είναι να μην αφήσεις τον κυνισμό και το “εγώ τα ξέρω όλα” να επικρατήσουν, άφησε το “εγώ” σου στην άκρη και μάθε από τους ανθρώπους. Μάθε, γιατί όσο μαθαίνεις παραμένεις παιδί. Το “εγώ” είναι ο χειρότερος εχθρός μας και το λέει αυτό ένας άνθρωπος που ταλαντεύεται χρόνια με το φαίνεσθαι, εφόσον είμαι εκτεθειμένος στον τηλεοπτικό αέρα. Θα επιβιώσεις όταν θέσεις το “εγώ” σου στη διάθεση των άλλων. Γιατί στην ουσία δεν είσαι παρά μόνο ένας μεσολαβητής στη μικρή οθόνη. Είμαι παρουσιαστής-δημοσιογράφος και συνοδεύω έναν καλλιτέχνη, για παράδειγμα, να τον πάω στο φως. Όμως, το φως αυτό δεν μου ανήκει. Η δουλειά μου μού υπενθυμίζει κάθε μέρα πως η δημοσιότητα είναι μία παρεξήγηση, η οποία φαινομενικά σε μεταλλάσσει. Άλλος νομίζεις ότι είσαι και άλλο βλέπουν οι άλλοι. Θα καταφέρεις, λοιπόν, όταν ξεπεράσεις τα πρώτα σκιρτήματα της ικανοποίησης, να ωριμάσεις και να είσαι απλά ο εαυτός σου, μπροστά και πίσω από τις κάμερες; Να μην παίζεις τον ίδιο ρόλο στα 50 σου που έπαιζες στα 25; Δεν υπάρχει πιο λυπηρό να γίνεσαι παρωδία του εαυτού σου και να μην το ξέρεις... Αυτό ισχύει για πολλά ραντεβού της ζωής. Σκοπός είναι να μην έχεις αυταπάτες, να διατηρείς καλή απόσταση μεταξύ του “φαίνεσθαι” και του “γίγνεσθαι” για να ολοκληρωθείς.

Με ρωτάνε νέοι συνάδελφοι γιατί γενικά δεν απαντάω σε αρνητικά σχόλια, γιατί δεν αναρτώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μα ποιος νοιάζεται; Στο τέλος της ημέρας, μία εικόνα θα πάρει τη θέση της προηγούμενης. Τα πρωτοσέλιδα που σχολίαζες, μετά από λίγο καιρό, είναι σαν να μην υπήρξαν. Σαν τις εφημερίδες που φυσάει ο αέρας στην έρημο και τρέχεις από πίσω τους, αλλά ποτέ δεν μπορείς να τις πιάσεις, όπως έλεγε ένας ηλικιωμένος γάλλος ηθοποιός. Σε αυτήν την κακόγουστη πολυφωνία, στην ατελείωτη ροή πληροφορίας, δεν μπορείς να βρεις την οποιαδήποτε αλήθεια. Εκεί υπάρχουν σοφιστικέ αλήθειες και μόνο θόρυβος, η εντύπωση και το αληθοφανές έγιναν πιο σημαντικά από την αλήθεια. Η σιωπή, λοιπόν, δεν είναι δειλία ή αποφυγή, αλλά το εσωτερικό αιώρημα της ψυχής, το οποίο εκφράζει τον απόηχο της σκέψης σου. Η σιωπή σημαίνει πολύ περισσότερα πράγματα από ένα σχόλιο ή ένα like. Αυτό φαντάζομαι μού το δίδαξε η ωριμότητα της ηλικίας και της εμπειρίας.

Έλεγε ο μακαρίτης ο παππούς μου στο Μεσολόγγι: “Μην ανακατεύεσαι με τα πίτουρα, γιατί σε τρώνε οι κότες” και το σκέφτομαι πολλές φορές. Κράτα τη σωστή απόσταση. Και με τη φωτογραφία αυτό συμβαίνει: όταν είσαι πολύ κοντά είναι φλου, όταν είσαι πολύ μακριά δε βλέπεις τίποτα. Αυτή είναι η τέχνη της απόστασης. Δεν είναι δική μου θεωρία, αλλά του γερμανού φιλόσοφου Μάιστερ Έκαρτ, ο οποίος έλεγε ότι η σωστή οπτική -και αλληγορικά και επί της ουσίας- είναι η απόσταση. Κάνε την πορεία σου όπως μπορείς και, είτε πετύχεις είτε αποτύχεις, πάτα γερά στη Γη και μάθε μέσα από τα αστέρια - το όνειρο δεν αναιρεί τον ρεαλισμό. Ο Μαντέλα έλεγε: “Δε χάνω ποτέ, μαθαίνω ακόμα”».

Όταν σβήνει το φως

06022024-70a8325-avec-accentuation-bruit-modifier-noGjR.jpg

Ο εγωισμός και η κρίση ταυτότητας μπορούν να αλλοιώσουν το όνειρο, να το αμαυρώσουν, να κλέψουν από την καθαρότητά του. Η έκθεση στη λάμψη θολώνει τα καθαρά τοπία της ψυχής. Η σωτηρία του κόσμου σου μοιάζει με επικίνδυνη ακροβασία.

«Γύρω από τον ήλιο υπάρχουν οι πλανήτες και ο ηλιοκράτορας δεν φέγγει πάντα στη δική σου πλευρά. Πρέπει να ξέρεις να ακούς και να μην τυφλώνεσαι σαν το κουνέλι στους φάρους του αυτοκινήτου τη νύχτα. Όποιος ακούει, βλέπει. Ανασφαλής ξεκίνησα αυτή τη δουλειά, καθώς σχεδόν όλα τα άτομα που οδεύουν προς το φως, κουβαλάνε κάποιο τραύμα παιδικό, μία ανησυχία, κάτι θέλουν να αποδείξουν στους γονείς τους ή σε κάποιον που τα κορόιδευε και τα υποτιμούσε στο σχολείο ή αλλού. Ωστόσο, όταν είσαι εκτεθειμένος τόσο πολύ, πρέπει και να είσαι έτοιμος να χάσεις τα πάντα. Δεν είναι τίποτα δεδομένο, έχω ακόμη την αίσθηση ότι δε μου ανήκει τίποτε. Όσα έκανα δεν τα κουβαλάω σαν κάπα με γαλόνια στην καθημερινή μου ζωή. Για μένα το σημαντικό ήταν να τα ζήσω, να κατανοήσω όσα έμαθα μέσα απ’ αυτά, και μετά να σβήσω το φως. Ο πατέρας μου έλεγε: “Αγόρι μου, άσε τα φώτα και τη δημοσιότητα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού σου, γιατί στο τέλος θα στο κάψουν”. Μεγάλη κουβέντα από έναν άνθρωπο που δεν είχε μόρφωση, αλλά είχε μάθει απ’ το σχολείο της ζωής, έχοντας μεταναστεύσει και έχοντας κάνει πολλές θυσίες.

Δεν είχα ποτέ αυλή, δεν μου αρέσουν οι αυλές. Όταν κάλεσα την αδελφή μου να δουλέψουμε μαζί, μας έβαλε η μάνα μας να ορκιστούμε -σαν σε ελληνική ταινία- ότι δεν θα τσακωθούμε ποτέ για τις μοιρασιές και τα χρήματα, αλλά να μείνουμε πάνω απ’ όλα αδέλφια και μονιασμένοι. Στο καμαρίνι μου είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι εδώ και 27 χρόνια, σαν οικογένεια. Έχω μία εικόνα της Αγίας Αγάθης, λιβανίζω όπως οι παλιοί, ακούω από τον Στέλιο Καζαντζίδη μέχρι και τον Χατζιδάκι και τελείωσε το θέμα. Δεν είμαι στο Ritz με τη Rihanna, πίνοντας σαμπάνιες ως το πρωί, ούτε τρώω χαβιάρι με την Beyonce. Όταν συναντάς καλλιτέχνες αυθεντικούς καταλαβαίνεις και τη “μυθοπλασία” τους. Θυμάμαι τη Lady Gaga, μετά από εξοντωτικό γύρισμα με σούπερ sexy ρούχα, να πίνει τσάι φορώντας μπουρνούζι σαν κοριτσάκι και να μου λέει ότι πρέπει να ξυπνήσει στις 5:00, για να πετάξει για Βοστώνη. Ήταν μια κοπέλα που έκανε απλώς τη δουλειά της. Πρόκειται για μία ολόκληρη βιομηχανία και εμείς είμαστε ένα μικρό κομματάκι της. Ως προς αυτό δεν αξίζει να βγαίνουμε από τις βασικές μας τις αρχές, που λέει και ο Σαββόπουλος. Απλά ό,τι έχεις να κάνεις, κάντο καλά, ζήστο όσο πιο έντονα μπορείς, αλλά μη γαντζώνεσαι άρον άρον για να αρέσεις σε κάποιους και μη γίνεσαι άλλος. Λέω στα νέα παιδιά: “Σε αυτή την δουλειά θα έρθετε κύριοι με τίποτα και θα φύγετε κύριοι με τίποτα. Μην κλέβετε τα σαπουνάκια και τα μπουρνούζια απ’ τα ξενοδοχεία, γιατί αυτά γίνονται βάρη”, αλληγορικά μιλώντας φυσικά. Μη γίνεσαι fan του πράγματος, απλώς κάνε τη δουλειά και κάντην με αξιοπρέπεια. Μπορεί να δω έναν καλλιτέχνη που γνωρίζω καλά σε μία παράσταση ή συναυλία και να ντραπώ να του μιλήσω όταν να τον δω σ' ένα εστιατόριο για να μην τον ενοχλήσω. Μπορεί να έχω κάνει δέκα εκπομπές με κάποιον, αλλά δεν θα σηκωθώ να τον ενοχλήσω μέσα στο αεροπλάνο».

Η μετακίνηση

06022024-70a8065-avec-accentuation-bruit.jpg

Επιστρέφοντας στα δρομολόγια ζωής και στις στροφές των εκπλήξεων, η σκέψη φτάνει και σε κάποιους σταθμούς με ονόματα όπως “απόσυρση”, “μετακίνηση”, “παραίτηση”, “αλλαγή”. Όλοι έχουμε σκύψει λιγάκι απ’ το παράθυρο του τρένου μας, ίσως ανυπόμονα, ίσως και με άγχος, για να δούμε τι υπάρχει μετά, σε εκείνους τους σταθμούς με τα περίεργα ονόματα.

«Μια πελάδα επάνω στη θάλασσα στο Μεσολόγγι, γιατί όχι; Η ζωή θα το κάνει από μόνη της, το θέμα είναι αν εσύ είσαι σε θέση να πάρεις έξυπνα τη στροφή, να προσγειωθείς σωστά. Πρέπει να το ετοιμάσεις υποσυνείδητα το μετά, κάθε μέρα κι από λίγο και θα το καλλιεργήσεις, όταν μπορείς εσύ, γιατί διαφορετικά η ζωή σε πάει κάπου αλλού απότομα και όχι αναγκαστικά εκεί που θέλεις να πας. Το αύριο είναι τώρα. Μπορώ να πω ότι ολοκλήρωσα κάποιους σημαντικούς κύκλους στη ζωή μου -επαγγελματικά τουλάχιστον-, κατάλαβα πώς λειτουργεί και το γεγονός ότι εδώ και 15 χρόνια ασχολούμαι ενεργά με τη φωτογραφία, είναι ένα είδος προετοιμασίας για την επόμενη ζωή μου, χωρίς να μπορώ ακόμη να το ορίσω χρονικά. Περνάω τις διακοπές και κάνω ταξίδια με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μας, πάμε σε χωριά για να κάνω φωτογραφίες, να συζητήσω, να ηχογραφήσω τη γιαγιά στο καφενείο, να καταλάβω τη δική της φιλοσοφία ζωής, που πολλές φορές ξέρει περισσότερα από εμένα. Για να είσαι έτοιμος τη στιγμή που θα σου πει κάποιος “τελείωσες” ή -στην καλύτερη- να αποφασίσεις ότι τελείωσες, γιατί είσαι ρεαλιστής και φεύγεις λίγο πριν γίνεις καρικατούρα, και για να μπορέσεις όλο αυτό να το αποδεχτείς, πρέπει να είσαι έτοιμος, να το έχεις σκεφτεί από πριν. Να έχεις δώσει μια απόχρωση και να έχεις την επιλογή. Χωρίς κυνισμό, αλλά με αυτοσαρκασμό, μπορώ να πω πως ούτε το όνομά μου δεν θα θυμούνται. Χωρίς να είμαι απαισιόδοξος και είναι καλό να μη λέμε ψέματα στον εαυτό μας».

Ο νόστος των γονιών

06022024-70a8240-modifier.jpg

Αφουγκραζόμενος κανείς το λόγο του Νίκου Αλιάγα μέσα στον χρόνο, εντοπίζει δύο πυλώνες σταθερούς και ακέραιους, τους γονείς του. Επανέρχονται συχνά οι φιγούρες τους, άλλες φορές σαν μάθημα ζωής, άλλες πάλι σαν παντοτινή ευγνωμοσύνη, αν και πρωτίστως ήταν εκείνοι που εμφύσησαν μέσα του τον νόστο της επιστροφής στην πατρίδα Ελλάδα, ο οποίος στη δική του ψυχοσύνθεση και κοσμοθεωρία αποδείχτηκε λανθάνουσα κατάσταση.

«Ο λόγος της αλήθειας είναι εκ φύσεως απλός. Πολλοί λένε, “είμαι απλός και ταπεινός άνθρωπος”. Εφόσον το λες, δεν είσαι πλέον, άφησε τους άλλους να το πουν. Είμαστε πολύπλοκα όντα, προσπαθούμε να επιβιώσουμε, να επιζήσουμε. Είναι αλήθεια ότι ο μακαρίτης ο πατέρας μου, που χάρη σε εκείνον είμαστε σήμερα εδώ όλοι στο Παρίσι, ήρθε με μια βαλίτσα στο χέρι, κατέβηκε στον σταθμό του τρένου Gare de Lyon, δεν μιλούσε γαλλικά και δεν είχε πού να κοιμηθεί. Πώς να μην ευχαριστήσω αυτόν τον άνθρωπο ή τη μητέρα μου, που δούλευε με μία βελόνα, διπλωμένη στα δύο επάνω σε μια ραπτομηχανή κι εγώ από κάτω διάβαζα την “Οδύσσεια” εικονογραφημένη και έκλινα “ο δάσκαλος, του δασκάλου...” γιατί έπρεπε να μάθω ελληνικά. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν να δώσουν πολλά υλικά αγαθά, αλλά ουσιαστικά είχαν να προσφέρουν τα πάντα, που σημαίνει την παράδοση. Μπορεί να μην ήταν πλούσιοι, είχαν όμως τη σοφία του λαού, την αληθινή απλότητα και μας έδωσαν όσα μπόρεσαν. Ο πατέρας μου δούλευε ασταμάτητα, είχε το όνειρο της επιστροφής στην Ελλάδα. Ενώ γεννηθήκαμε στη Γαλλία με διπλή υπηκοότητα, μάθαμε ελληνικά και με έναν τρόπο μας κωδικοποίησαν για να επιστρέψουμε στην πατρίδα. Θεωρούσαν ότι αυτός ο νόστος του Οδυσσέα, θα έλυνε το δικό τους πόνο. Όταν, λοιπόν, ήρθα στην Ελλάδα για μία χρονιά, το 2000, δεν ήρθα ουσιαστικά για μένα, αλλά υποσυνείδητα για τον πατέρα μου. Επιθυμούσαν να κλείσω εγώ τον κύκλο του μετανάστη. Ακόμη και ο ίδιος ο πατέρας μου δεν κατάλαβε τότε γιατί έφευγα, καθώς είχε ξεχάσει τελικά πώς είναι η ζωή στη χώρα του. Είχε απομείνει μονάχα ένα μοτίβο επιστροφής που επαναλαμβάναμε μεταξύ μας, για να αρχίσουμε να το πιστεύουμε, ενώ γνωρίζαμε πολύ καλά ότι δε θα επιστρέψουμε ποτέ. Τουλάχιστον κάναμε το καθήκον μας, εγώ ως γιος και η αδελφή μου ως κόρη, να φέρουμε τον άνθρωπο να πεθάνει στη γη του, στον τόπο του.

Συμφιλιώθηκα, όμως, και ουσιαστικά με την ιδέα της επιστροφής. Η γυναίκα μου είναι Ελληνίδα της Αγγλίας, τα παιδιά μας μιλάνε και ελληνικά, ζουν εδώ στη Γαλλία, αλλά την Ελλάδα την κουβαλάμε μέσα μας κάθε μέρα. Μας λείπουν τα ωραία της χώρας μας, αλλά και εδώ είναι σπίτι μου. Μάθαμε να ζούμε, όπου κι αν βρισκόμαστε, με μια Ελλάδα που φέγγει σαν καντήλι μέσα μας, χωρίς ωστόσο να έχει την υπόσταση του πόνου που κουβάλησαν τόσα χρόνια οι γονείς μου. Σίγουρα με βοήθησε πολύ η γυναίκα μου, καθώς στη μεταξύ μας επικοινωνία, είχα να κάνω με μία κοπέλα που γεννήθηκε στην Ελλάδα, αλλά έφυγε μικρή, η οποία δεν είχε βιώσει ποτέ τον νόστο, που εγώ μετέφερα σαν λάβαρο, σαν σημαία της ζωής μου. Επίσης, δε νομίζω πως ο νεοέλληνας είχε ποτέ ανάγκη να ακούσει για τον νόστο μου, δεν τον κατανοούσε, πολλές φορές μου έλεγαν: “Κάθισε εκεί που είσαι, τι ανάγκη έχεις εσύ;”. Δεν ξέρουν τι θυσίες έχεις κάνει σε μια κοινωνία, που, ναι μεν, είναι δική σου, γιατί εδώ γεννήθηκες, αλλά παραμένει ως ένα βαθμό διαφορετική. Η δυτικοποίηση δεν είναι πάντα εύκολη για εμάς, που είμαστε κάπου μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Μπορεί η καρδιά να χτυπάει για την Ελλάδα, αλλά δεν μπορώ να αναιρέσω όσα μου έχει δώσει η Γαλλία. Δεν με διέκρινε, μου είπε: “Αν θες παίξε μπάλα, αλλά να βάλεις γκολ”».

Ίσως αυτή η ειλικρινής αγάπη για τις δύο χώρες να τον καθιστά έναν έμψυχο συνδετικό κρίκο και ιδανικό παρουσιαστή για την τελετή αφής της Ολυμπιακής Φλόγας στην Αρχαία Ολυμπία, η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 16 Απριλίου: «Η συμμετοχή σε αυτήν την αρχαία τελετή έχει για μένα ιδιαίτερη βαρύτητα και αποτελεί στιγμή συγκίνησης. Ιστορικά, η Ολυμπιακή Φλόγα πηγάζει από τις ακτίνες του ήλιου μπροστά στον ναό της Ήρας στην Ολυμπία. Αντιπροσωπεύει το ιδανικό της ειρήνης και της ενότητας μεταξύ των λαών - αξίες πολύ σημαντικές για μένα. Ως πολίτης της Ελλάδας και της Γαλλίας, ταυτίζομαι φυσικά με τις αξίες του ολυμπισμού. Το 2004, όταν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και η Γιάννα Αγγελοπούλου μου ζήτησαν να παρουσιάσω το pre-show της τελετής έναρξης, ήταν μεγάλη στιγμή, ίσως ό,τι πιο έντονο είχα ζήσει μέχρι τότε. Όταν βάζεις το λιθαράκι σου σε κάτι τόσο μεγάλο που θα ενώσει τον κόσμο, βρίσκεις -πέρα από την όποια προσωπική ικανοποίηση- και ένα ιδανικό που αξίζει να υποστηρίξεις. Ο ελληνικός πολιτισμός είναι η “Κιβωτός του παγκοσμίου πολιτισμού” και έχει πολλά να μας διδάξει. Ακόμα, το γεγονός ότι ο Γάλλος Πιερ Ντε Κουμπερτέν ήταν αυτός που επανάφερε τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο προσκήνιο, το 1896, με κάνει να αισθάνομαι περήφανο για τις δυο χώρες μου, την Ελλάδα και τη Γαλλία».

Ο Νίκος συναντάει τον Νίκο

06022024-70a8070-avec-accentuation-bruit.jpg

Στη διαδρομή της αυτογνωσίας, αναζητώντας την πραγματική υπόσταση της ίδιας μας της ύπαρξης, υπάρχουν σίγουρα τα στιγμιότυπα εκείνα που ο φακός μας συλλαμβάνει τον εαυτό μας απογυμνωμένο, αληθινό, ουσιαστικό, πλήρη. Είναι η στιγμή που επικοινωνούμε με τον αληθινό εαυτό μας, με το παιδί που δεν αφήσαμε να πεθάνει μέσα μας.

«Όταν δεν είμαι στον τηλεοπτικό αέρα, είμαι στο σπίτι, δύσκολα θα βγω για να βρεθώ σε εκδηλώσεις. Η καλύτερη ώρα για μένα, εκεί που βρίσκω τον εαυτό μου, είναι όταν μπορώ να φάω στις 7:00 το απόγευμα με τα παιδιά μου. Την ώρα που θα καθίσουμε γύρω απ’ το τραπέζι νωρίς -για να τα βάλουμε για ύπνο μετά- και θα συζητήσουμε, με συνομιλητές έναν επτάχρονο πιτσιρικά και μία εντεκάχρονη κόρη. Εκείνη την ώρα δεν μπορείς παρά να είσαι ο εαυτός σου. Εκείνη τη στιγμή, ό,τι κουβέντα κι αν πεις, θα τη θυμάται για πάντα το παιδί. Εγώ, τουλάχιστον, τέτοιες στιγμές θυμάμαι από τους γονείς μου. Αυτή η στιγμή στο τραπέζι είναι ιερή, θα πέσουν πειράγματα, θα φωνάξω και θα μου φωνάξουν, αλλά στο τέλος θα αγκαλιαστούμε. Για μένα αυτό είναι, δεν χρειάζομαι κάτι άλλο. Σίγουρα, άργησα να το καταλάβω, αλλά εκεί είναι η απάντηση για το πού βρίσκεις τον εαυτό σου: όταν είσαι με τα άτομα που αγαπάς. Όταν είσαι πατέρας, στην ουσία είσαι και παιδί, γιατί μέσα στα μάτια των παιδιών υπάρχει ένας καθρέφτης, απ’ όπου κοιτάζεις και το δικό σου, εσωτερικό παιδί. Όταν κόβεις τον ομφάλιο λώρο του παιδιού σου που μόλις γεννήθηκε, ουσιαστικά κόβεις τον δικό σου από τη μάνα σου και τον πατέρα σου. Δεν μπορεί να τον έχεις κόψει πριν, γιατί δεν ξέρεις πώς γίνεται και το λέει αυτό ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είχε ιδέα τι σημαίνει πατρότητα και κάθε φορά που οι φίλοι μου έβγαζαν τα κινητά για να μου δείξουν τα παιδιά τους, έλεγε: “Ωχ, βαριέμαι”. Τώρα κάνω τα ίδια και χειρότερα. Αν είμαι καλός μπαμπάς, θα το δείξει ο χρόνος, γιατί λέμε “μεγαλώνω παιδιά”, αλλά και αυτά μας μεγαλώνουν επί της ουσίας. Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, είμαι με τον Νίκο. Είμαι ο εαυτός μου ή μάλλον η καλύτερη εκδοχή του. Η δημοσιότητα του μπαμπά δεν υπάρχει στο σπίτι, ούτε κάδρα, ούτε φωτογραφίες. Με το ζόρι, όταν είναι μαγνητοσκοπημένη η εκπομπή, παρακαλάω τα παιδιά να τη δούμε και μου λένε: “Έλα ρε μπαμπά, είναι βαρετό”. “Τι βαρετό μωρέ; Πατέρας σου είμαι!” σκέφτομαι…»

Συμμαχώντας με τον χρόνο

06022024-70a8035-avec-accentuation-bruit-modifier.jpg

Τώρα που η ψυχαναλυτική διαδρομή αυτής της εξομολόγησης πλησιάζει στο τέλος της και επειδή ο χρόνος έκανε κυκλικές επανεμφανίσεις, τον ακινητοποιήσαμε για λίγο, ζητώντας από τον Νίκο Αλιάγα να χρωματίσει την επίδρασή του στην εξωτερική του εικόνα.

«Όταν είδα τις φωτογραφίες που κάναμε στο Παρίσι με τον Στεφάν για το GLOW, του είπα: “Φίλε, έγινα γέρος, μεγάλωσα”. Θέλει χιούμορ η ζωή. Μετά τα 40 κατάλαβα ότι κάτι αρχίζει να ραγίζει, αλλά δεν με ενδιέφερε και τόσο πολύ. Προσέχω τον εαυτό μου για να αισθάνομαι καλά και να ορίζω το σώμα μου, όχι για να φαίνομαι νεότερος. Κάπου υποσυνείδητα αυτό συνδυάζεται με ένα συμβόλαιο εμπιστοσύνης με το κοινό, που συνειδητοποιεί ότι κι εσύ μεγαλώνεις, όπως κι εκείνο. Μου λένε “μεγαλώσαμε μαζί σου”, τριάντα χρόνια τώρα, μια γενιά ολόκληρη. Έρχονται με τα παιδιά τους, παιδιά που με έβλεπαν στο ξεκίνημά μου. Κάποτε με αποκαλούσαν τον μεγάλο αδελφό τους, τώρα με είπαν και “θείο Νίκο”, “μπάρμπα Νίκο” δηλαδή (στα γαλλικά η λέξη είναι tonton), όπως αποκαλούσαν κάποτε και τον Μιτεράν. Έχω επίγνωση της πραγματικότητας, δεν βλέπω άλλον στον καθρέφτη μου, δεν έχω αυταπάτες. Γενικά στη ζωή, αυτά που πας να κρύψεις, φαίνονται περισσότερο. Δεν έχω τα μαλλιά που είχα. Η κόρη μου προχθές στο τραπέζι χαριτολογώντας μου είπε πως αραίωσα. Γέλασα, αλλά συνειδητοποίησα πως είχε δίκιο. Να σε αποκαλούν ζεν πρεμιέ στα 28 έχει την πλάκα του, αλλά στα 55 το θεωρώ τραγελαφικό. Έτυχε να μεγαλώνω κι εγώ και έτυχε να είμαι ακόμη σε αυτόν το χώρο μετά από τόσα χρόνια. Υγεία να έχουμε να ανταμώνουμε». 

«Το “εγώ” είναι ο χειρότερος εχθρός μας και το λέει αυτό ένας άνθρωπος που ταλαντεύεται χρόνια με το φαίνεσθαι, εφόσον είμαι εκτεθειμένος στον τηλεοπτικό αέρα. Θα επιβιώσεις όταν θέσεις το “εγώ” σου στη διάθεση των άλλων».

«Μπορώ να πω ότι ολοκλήρωσα κάποιους σημαντικούς κύκλους στη ζωή μου -επαγγελματικά τουλάχιστον-, κατάλαβα πώς λειτουργεί και το γεγονός ότι εδώ και 15 χρόνια ασχολούμαι ενεργά με τη φωτογραφία, είναι ένα είδος προετοιμασίας για την επόμενη ζωή μου, χωρίς να μπορώ ακόμη να το ορίσω χρονικά».

cover-200.jpg

To εξώφυλλο του Νίκου Αλιάγα για το 200ό τεύχος του GLOW. 

Φωτογραφίες: Stephane Danger

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ GLOW ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2024